Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Νικηφόρος Βρεττάκος

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε το στις Κροκεές Λακωνίας την 1η Ιανουαρίου 1912 από μια αγροτική οικογένεια, η οποία ξέπεσε οικονομικά όταν ο ίδιος ήταν ακόμη παιδί. Έτσι μεγαλώνει σε ένα χωριό στο απόμερο πατρικό του κτήμα στην Πλούμιτσα, κοντά στον Ταΰγετο, και ζει τα μαθητικά του στις Κροκεές, ένα χωριό με 2500 κατοίκους, οι οποίοι ασχολούνται με τα χωράφια τους, όπως ακριβώς και οι γονείς του.
Ο μικρός Νικηφόρος μεγαλώνει μόνος με αποτέλεσμα: να στρέψει όλη του την προσοχή στον εσωτερικό του κόσμο και παράλληλα στον εξωτερικό χώρο, παρατηρώντας τη μοναδική φυσική ομορφιά του τόπου του.
Η γαλήνη, η ηρεμία, η σιωπή έγιναν αδέλφια του. Οπότε είναι φυσικό σε όλη του τη ζωή το έργο του να δίνει μηνύματα αγάπης, ειρήνης και ταύτισης με τη φύση.
Άρχισε να γράφει στα δώδεκα χρόνια του. Κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική συλλογή του στα δεκαεπτά του. Ο πατέρας του παρότι φτωχός αγρότης αντιμετώπισε με αγάπη και κατανόηση την κλίση τού γιου του προς την ποίηση.

Ηλία Βενέζη, Οι Γλάροι

Το παρακάτω διήγημα ανήκει στην συλλογή διηγημάτων του Ηλία Βενέζη "Αιγαίο", σχεδόν όλοι το έχουμε διδαχτεί στο γυμνάσιο, κάποιοι ίσως να το θυμούνται ακόμα.
ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ
Το νησάκι που βρίσκεται στα βορινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήμερη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σαν να το είχε ξεχάσει ο Θεός, όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του Κόσμου.
Μα από τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατέλειωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά κι ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σαν να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και σιγά πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπαρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα αυστηρά, αναπόφευχτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.