Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

The Crying Game (1992)


Είδος: Κοινωνική, σινεφίλ
Έτος :1992
Διάρκεια: 112'
Γλώσσα: Αγγλικά
Χώρα: Αγγλία, Ιαπωνία
Μουσική: Anne Dudley
Σκηνοθεσία : Neil Jordan
Σενάριο : Neil Jordan
Ηθοποιοί :
Stephen Rea (Fergus)
Forest Whitaker(Jody)
Miranda Richardson (Jude)
Jaye Davidson(Dil)
Jim Broadbent (Col)
Ralph Brown (Dave)

«Τότε ο Βάτραχος λέει, ουρλιάζοντας από πόνο και οργισμένος από το παράπονο, στον Σκορπιό:
- Μα γιατί το έκανες αυτό; Αφού μου υποσχέθηκες ότι δε θα με δαγκώσεις, γνωρίζοντας ότι τώρα πλέον θα πνιγούμε και οι δυό!
- Το ξέρω αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτε γι ‘αυτό. Είναι στη φύση μου να δαγκώνω…»
(Αισώπειος Μύθος)

Ξεκινώντας από το μύθο του Αισώπου που όλοι λίγο πολύ γνωρίζουμε ο Neil Jordan διερευνά τα όρια της φύσης του ανθρώπου και το ταξίδι της αναζήτησης της  ταυτότητας (κοινωνικό-πολιτικής και σεξουαλικής). Δανείζεται τον τίτλο του από ένα υπέροχο τραγούδι των ‘60’s και αναπτύσσει ένα υπέροχο και απέριττα ευφυές σενάριο χαρακτήρων, άρτια δομημένο και με ανατροπές που σε κρατούν καθηλωμένο μέχρι την τελευταία στιγμή.  
Σύνοψη
Ένας Βρετανός στρατιώτης αιχμαλωτίζεται κάπου στην Βόρεια Ιρλανδία από μέλη του IRA που σκοπεύουν να τον κρατήσουν σαν όμηρο για να τον ανταλλάξουν με δικούς τους κρατουμένους στις βρετανικές φυλακές. Κρατούμενος και ένας εκ των δεσμωτών αναπτύσσουν μια ιδιόμορφη σχέση και όταν μετά τον ατυχή θάνατο του κρατουμένου, ο δεσμώτης, φυγάς πια, αποφασίσει να κρατήσει την υπόσχεσή του και να μεταφέρει ένα μήνυμα στην μνηστή του κρατουμένου του, θα βρεθεί μπροστά σε καταστάσεις που δεν είχε υπολογίσει. Μέσα από τη γνωριμία αυτή θα εξιλεωθεί και θα κατανοήσει καλύτερα τον εαυτό του, θα έρθει σε συμβιβασμό με τη φύση του και θα ακολουθήσει μια πορεία που είχε ήδη χαραχθεί.

Μια άποψη
Βασικό θέμα στις ταινίες του Jordan(Mona Lisa, Interview with the Vampire : The Vampire Chronicles, The End of the Affair, Ondine) είναι η αναζήτηση της θέσης του ατόμου/ ήρωα στο χώρο του, της ταυτότητας (πολιτικής, κοινωνικής, φυλετική, σεξουαλικής). Στο Crying Game έχουμε από τη μια τον Jody και την Dil, εκπρόσωποι της μαύρης κοινότητας της Αγγλία. Ο Jody είναι βρετανός στρατιώτης στην Βόρια Ιρλανδία, με άλλα λόγια ένας μαύρος, ακροθιγώς αναφέρονται οι δυσκολίες και τα προβλήματα ένταξης που αντιμετώπισε, ως όργανο επιβολής εξουσίας σε μια περιοχή που τελεί υπό κατοχή. Η Dil από την άλλη είναι μέλος μια κοινωνική και σεξουαλικής μειονότητας. Ο Fergus είναι μέλος μια ομάδας του IRA, αλλά δε φαίνεται να ταιριάζει απόλυτα στο προφίλ, είναι σκεπτικιστής, φιλάνθρωπος, ευαίσθητος και ειρηνιστής, δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στο έργο που του αναθέτουν, αλλά και ως φυγάς πάλι δε φαίνεται να βρίσκει τη θέση του, ίσως η εξιλέωσή του έρχεται στο τέλος όταν επιτέλους αποδέχεται τη φύση του και υπομένει με καρτερία τον ρου των γεγονότων που τόση προσπάθεια κατέβαλλε για αν αλλάξει. Η Jude είναι μια ερινύα από το παρελθόν ή ίσως και η νέμεσίς του που έρχεται να του θυμίσει την εξάρτηση, αλλά και τον πειρασμό σε επίπεδο τόσο δέσμευσης προς τον IRA, όσο και σεξουαλικής επιθυμίας. Αυτό που κάνει την ειδοποιό διαφορά στη ζωή των ηρώων είναι ο έρωτας, όχι ίσως με την ευρέως εννοούμενη έννοια, αλλά σαν κινητήρια δύναμη που κάνει τον άνθρωπο δει τις αλήθειες κατάματα, να υπερβεί τα εσκαμμένα και να ακολουθήσει την καρδιά αντί τα κοινωνικά, πολιτικά κλπ  στεγανά, τελικά όμως μέσα από την τελική επικράτηση του έρωτα, ή της φιλότητας καλύτερα, έρχεται και η λύτρωση.

O Jordan εκτός από το εξαιρετικό σενάριο έχει καταφέρει να αποσπάσει υπέροχες ρεαλιστικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς του. Ενώ η ταινία πλαισιώνεται από ένα ενδιαφέρον soundtrack με ήχους τόσο ηλεκτρονικής όσο και ατμοσφαιρικής μουσικής από τους Pet Shop Boys και την Anne Dudley.


Academy Awards, USA 1993
Oscar Best Writing, Screenplay Written Directly for the Screen : Neil Jordan
Nominated Oscar for
Best Actor in a Leading Role : Stephen Rea
Best Actor in a Supporting Role : Jaye Davidson
Best Director : Neil Jordan
Best Film Editing : Kant Pan
Best Picture : Stephen Woolley



Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Entre les murs, ή αλλιώς το σινεμά πάει σχολείο

Το σινεμά πάει σχολείο! Αυτή τη φορά με έναν αληθινό δάσκαλο.

Μια ολόκληρη σχολική χρονιά, ένας δάσκαλος (καθηγητής γαλλικών συγκεκριμένα) μια τάξη μαθητών, ένα πολυπολιτισμικό σχολείο κάποιας (μάλλον υποβαθμισμένης) γειτονιάς του Παρισιού όλα αυτά κλεισμένα μέσα σε 130 λεπτά. Η ταινία παρακολουθεί τον καθηγητή Francois Begaudeau, καθηγητή και συγγραφέα του βραβευμένου ομώνυμου βιβλίου, από την πρώτη μέρα της σχολικής χρονιάς ως την τελευταία. 

Σε αυτό το ταξίδι των 9 περίπου μηνών ο καθηγητής θα πρέπει αντιμετωπίσει νέους και παλιούς συναδέλφους και τα μικρά και μεγαλύτερα προβλήματα του σχολείου· κυρίως όμως θα αλληλεπιδράσει με το έμψυχο υλικό του, τους μαθητές του παλιούς και καινούριους. Ο κάθε ένας από αυτούς τους μαθητές αποτελούν μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη περίπτωση : παιδιά μεταναστών, νόμιμων ή μη, προερχόμενα από ποικίλα πολιτιστικά και οικογενειακά περιβάλλοντα, σαφώς από κατώτερα οικονομικά στρώματα, με διαφορετικές θρησκευτικές πεποιθήσεις και βέβαια διαφορετικά γούστα και ενδιαφέροντα. Συν τοις άλλοι μιλάμε για μια τέτοια ετερογενή ομάδα εφήβων 13-14-15 ετών· χαχαχα … ναι καλά … φαντάζει σαν άθλος ακόμη και η σκέψη ότι κάποιος θα προσπαθήσει σε μια ομάδα με τα παραπάνω χαρακτηριστικά να μεταδώσει κάτι.

 Ο καθηγητής οπλισμένος με τη δική του αφενός παιδαγωγική κατάρτιση και γνωστική επάρκεια, αφετέρου διαπνεόμενος από τις αρχές της αντιαυταρχικής εκπαίδευσης δίνει τον καλύτερό του εαυτό προσπαθώντας να κάνει το καλύτερο δυνατό με το υλικό που έχει. Ακολουθώντας άλλοτε την σωκρατική διαλεκτική και άλλοτε τη μέθοδο «μαστίγιο και καρότο» προσπαθεί να σπρώξει τους μαθητές του στην αυτενεργό μάθηση. Τα καταφέρνει;
Χμμμ δύσκολο να πει κανείς! Ακόμα και μια σύντομη αυτοκριτική στο τέλος της ταινίας δεν βγάζει σαφή συμπεράσματα.
Δεν είναι βλέπετε μόνο οι μαθητές και ο δάσκαλό τους αποκομμένοι από το γενικότερο πλαίσιο· δρουν μέσα στα πλαίσια συγκεκριμένων θεσμών και κανονισμών, με ένα εκπαιδευτικό σύστημα που έχει πολλά μειονεκτήματα. Πέρα όμως από αυτά μιλάμε για ανθρώπους με ίδια, προσωπικά προτερήματα και ελαττώματα, ανοχές και όρια.(Βλέποντας την ταινία θα καταλάβετε για ποιο πράγμα μιλάω). 

Προς το τέλος της ταινίας γίνεται μια αναφορά στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα που δεν είναι ούτε τυχαία, ούτε άσχετη, αλλά οι βασικές ιδέες της Πολιτείας είναι αυτές που διατρέχουν τη συμπεριφορά του δασκάλου σε όλη τη διάρκεια της ταινίας και αποτελούν ίσως την πρόταση των δημιουργών όσον αφορά τα θέματα της εκπαίδευσης. 



Η ταινία έχει κάποια χαρακτηριστικά του ντοκιμαντέρ : γυρισμένη σε ένα αληθινό σχολείο και μια αληθινή σχολική αίθουσα, με τον Francois Begaudeau να υποδύεται το ίδιο του τον εαυτό, και με πραγματικούς μαθητές να ενσαρκώνουν τους ρόλους των μαθητών. Η επιλογή αυτή έδωσε φρεσκάδα και ειλικρίνεια στις ερμηνείες, μια γνησιότητα που δύσκολα ηθοποιοί των 18-10 χρόνων θα μπορούσαν να δώσουν.

Η σκηνοθεσία είναι ε ξ α ι ρ ε τ  ι κ ή! Ο φακός παρακολουθεί τον καθηγητή στις διάφορες δράσεις του στο χώρο του σχολείου αλλά εστιάζει και σε πολλές μικρές λεπτομέρειες-κάποιοι ίσως τις θεωρήσουν ασήμαντες- ωστόσο αυτές οι λεπτομέρειες είναι τόσο απαραίτητες καθώς συμπληρώνουν το πλέγμα των σχέσεων και τη δυναμική της ομάδας, δίνοντας μια σφαιρική εικόνα της τάξης, αλλά και του συμβουλίου των καθηγητών. 
Δεν υπάρχουν επιτηδευμένες σκηνές και στημένα πλάνα, παρόλα αυτά δημιουργείται στον θεατή η αίσθηση ότι είναι μέρος της όλης διαδικασίας, ότι κοιτά από μια γωνιά της τάξης όλα όσα συμβαίνουν.

Οι 2 +ώρες της ταινίας ίσως κουράσουν μερικούς, ωστόσο η ταινία δε χάνει το ρυθμό της, εκτός ίσως από το τρίτο ημίωρο, που κάνει μια μικρή «κοιλιά».   



Δική μου παρατήρηση; Αυτό που έλειπε από την ταινία ήταν η μουσική, βασικό κομμάτι της κουλτούρας και της ζωής των νέων!

Συγκεφαλαιώνοντας μπορώ να πω ότι ήταν από τα καλύτερα φιλμ που έχω δει τους τελευταίους μήνες, ενδιαφέρουσα και στη θεματολογία και στην τεχνική, με φρεσκάδα και νέες ιδέες. Οι νέοι θα τη δουν για να πάρουν μια γεύση που πως φαίνονται από έξω, μιας και σε πολλά σημεία θα αναγνωρίσουν τον εαυτό τους και τους συμμαθητές τους· οι μεγαλύτεροι θα τη δουν για να πάρουν μια ιδέα τους πως είναι σήμερα τα παιδιά «ανάμεσα στους τοίχους» της τάξης!        
Η ταινία βραβεύτηκε με τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ των Καννών το 2008. Και ήταν υποψήφια για το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας το 2009.

Άλλες ενδιαφέρουσες ματιές 
http://www.myfilm.gr/article2793.html

 

Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου 2011

Φευ! Η Αλεξάνδρεια που φεύγει !!!

"Ο ΜΕΛΙΟΣ δεν ήταν πια παιδί. Όλον τούτον τον καιρό που έλειπε, παίδευε το νου του, σκάλιζε, διάβαζε ... Ήταν μπροστά του βουνά από απορίες που έπρεπε να τα γκρεμίσει. Δέκα κασόνια βιβλία έφαγε. Πού τα βρήκε; ... Μα, τ' αγόρασε! Με τα λεφτά του.
Δεν είχε απομείνει ράφι στο χωριό, που να μη σκαρφαλώσει ο Μέλιος, για να ψάξει για βιβλία. Έως και μέσα στις σεντούκες, που φύλαγαν οι γριές τα «νυφιάτικα» του χάρου, έχωσε τη μύτη του.
Πάει πια ο «Σεβάχ ο θαλασσινός», πάει η γλύκα του, είχε μείνει πίσω. Τώ­ρα ρουφούσε το στυφό μέλι της ζωής. Γνωρίστηκε με κάτι βασανισμένους δασκάλους, που γυμνώνανε μες στη χούφτα τους τον Κόσμο, που πελεκούσανε μυστικά παράθυρα μες στο πηχτό σκοτάδι της ζωής. Τα ονόματά τους ήταν παράξενα. Μαξίμ Γκόρκυ. Δεν είχε δει τη φάτσα του πουθενά, μα του φαινό­ταν πως θα έμοιαζε με το μπαρμπα-Ανέστη. «Μπάρμπα Αλέξη!», έτσι του ερχό­τανε να τον πει. Μια μέρα έπεσε πάνω σ' ένα παραμύθι του, που είχε και τη ζουγραφιά του πάνου.
Έτσι όπως το έλεγε ήταν. Ίδιος ο μπαρμπα-Ανέστης! Μια άλλη μέρα είδε τη ζουγραφιά ενός άλλου του φίλου: Θόδωρος Δοστογιέφσκης ήταν τ' όνομά του. Αυτός ήταν ο μπαρμπα-Θόδος, ολόφτυστος. Ούτε και στ' όνομα δεν πα­ράλλαζε. Μπαρμπάδες με μεγάλα μυαλά και γλυκά μάτια. Έπιασε και μ' άλ­λους φιλίες. Με κάτι δασκάλους γυαλοφορεμένους με μακριά μαλλιά και λυτές γραβάτες.
Μια μέρα έπεσε και πάνω σ' έναν κουτσό, που τον πείραζε πολύ το βλαμμέ­νο του ποδάρι. Ήρθε και κάηκε μες στη φωτιά εκεί του Μεσολόγγι. Η ομορ­φιά του, σου λέει, σήκωνε μυαλά ... Έτσι λέγανε. Μιαν άλλη φορά πάλι έπεσε στα χέρια του το βιβλίo ενός γύφτου. Πούσκιν ήταν τ' όνομά του. Είχε στρι­φτό κατσαρό μάλλικο κεφάλι και μαύρο πετσί - ολόιδιος ο Mπίθρoς ... μ' όλο που το κρύβανε πως ήταν γύφτος, και λέγανε πως είναι Ρούσος, μα ήταν Έλληνας, γιατί είχε ελληνικό όνομα και τον τραβούσαν και τα χώματά μας, γιατί «σαν τρελός αγαπούσε, λέει, μια ξανθιά Ελληνίδα ... ». Έτσι έλεγε. Κα­νείς δεν ξεκαθάρισε, τι απ' όλα ή- ταν αληθινό. Τον λέγανε Αλέξανδρο (Έλλη­νας), μα έλεγε πως ήταν Ρούσος, ενώ έμοιαζε με γύφτο.
Πήχτρα ήταν οι φίλοι του Μέλιου. Τα καλοκαίρια τα περνούσε μαζί τους, ξαπλανταρωμένος κάτω απ' τα πυκνόφυλλα δέντρα, μασούσε αχεράκια και διάβαζε, διάβαζε ...
Έπαιρνε βουτιές μες στα βιβλία, χωρίς τάξη και χωρίς διάλειμμα. Έτρωγε ό,τι έβρισκε, σαν κάτι βολικά δαμάλια, που ροκάνιζαν ό, τι έπεφτε στο παχνί τους.
Έτσι, σαν έφτασε ξανά στην πόλη κι ετοιμάστηκε να ξανακαθίσει στο θρα­νίο, το κεφάλι του ήταν ένα κουβάρι, που κουτουλούσαν μέσα του ειδών ιδέες." (Μενέλαος ΛΟΥΝΊΈΜΗΣ, Ένα παιδί μετράει τ' άστρα)



Διαβάζοντας το παραπάνω απόσπασμα τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα, τόση είναι η δύναμη των λέξεων του Λουντέμη, τόση η δύναμη των εικόνων του. Και μετά το κουβάρι των αναμνήσεων πήρε να ξετυλίγεται και με έφερε πίσω …στη δική μου παιδική ηλικία, τότε που ρουφούσα τα βιβλία αχόρταγα σαν τον διψασμένο  που βρήκε δροσερή πηγή και γέμιζα το κεφάλι μου με ιδέες όπως και ο μικρός Μέλιος.
Και μετά ένα δυνατό σκαμπίλι με ξύπνησε από το ονειροπόλημα και με έφερε στο σήμερα.
Σήμερα που οι εκδοτικοί οίκοι μοιάζουν με οίκους μόδας και οι συγγραφείς κοντεύουν να γίνουν πιο πολλοί από τους αναγνώστες και που τρέχουν να προλάβουν να παρουσιάσουν το νέο τους πόνημα για τη σεζόν (Χριστούγεννα, Πάσχα, Καλοκαίρι), όπως οι μεγάλοι σχεδιαστές …
Σήμερα που τα βιβλία πουλιούνται δίπλα στα ζαρζαβατικά και τα στραγγιστά γιαούρτια …
Σήμερα που οι παιδικές βιβλιοθήκες ξεχειλίζουν πόσα παιδιά, έφηβοι, νέοι απολαμβάνουν πραγματικά ένα βιβλίο; Πόσοι θα ήταν πρόθυμοι να στερηθούν τις απλές μικροχαρές της καθημερινότητας, τον καφέ για παράδειγμα ή τη λιχουδιά, για να αποκτήσουν ένα βιβλίο; Και πόσοι θα ήταν ικανοί … «to think outside the box» και να επιλέξουν ένα βιβλίο κλασσικό ή όχι ένα best seller ή κάτι που προβάλλεται από τα media; Οι απαντήσεις μου έφεραν νέο κύκλο δακρύων … φευ! αποχαιρέτα την, την Aλεξάνδρεια που φεύγει.  

Κυριακή, 16 Ιανουαρίου 2011

James Ivory, Επιλεγμένη Φιλμογραφία

Shakespeare Wallah (1965)
Director: James Ivory.
Producer: Ismail Merchant.
Screenplay: Ruth Prawer Jhabvala and James Ivory.
Cast: Shashi Kapoor (Sanju), Geoffrey Kendal (Tony Buckingham), Laura Liddel (Carla), Felicity Kendal (Lizzie), Madhur Jaffrey (Manjula)

Ήταν το δεύτερο φιλμ της ομάδας και το πρώτο που τους χάρισε διεθνή αναγνώριση. Αποτελεί το πορτραίτο μια οικογένεια άγγλων σαιξπηρικών ηθοποιών του Tony Buckingham (Geoffrey Kendal) και της συζύγου του Carla (Laura Lidell) που ταξιδεύουν ως περιοδεύων θίασος στην Ινδία. Ωστόσο η ζήτηση για τέτοιου είδους θιάσους ελαττώνεται συνεχώς καθώς τα ινδικά φιλμ αρχίζουν να κερδίζουν μερίδα της αγοράς. Η κόρη Lizzie Buckingham (Felicity Kendal) του ζεύγους των θιασαρχών ερωτεύεται έναν πλούσιο Ινδό playboy τον Sanju (Shashi Kapoor), ο οποίος όμως διατηρεί επίσης σχέσεις με την λαμπερή σταρ της Βομβάης Manjula (Madhur Jaffrey). Για του Buckinghams η τέχνη τους είναι τρόπος ζωής και σχεδόν θρησκεία, τώρα θα πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα στην πίστη τους στην τέχνη τους και το ενδιαφέρον τους για το μέλλον της κόρης τους στη χώρα καθώς φαίνεται ότι δεν υπάρχει πια θέση για αυτήν στην Ινδία. 
Η ταινία πραγματεύεται την απροσδόκητη τροπή των πραγμάτων και τις πολιτιστικές συγκρούσεις, ενώ δευτερεύοντα θέματα είναι η αλλαγή αξιών στην τέχνη καθώς και η σημασία του να είσαι ξένος σε ένα τόπο· μέσα από την καλλιτεχνική αναπαράσταση της νομαδικής ζωής των ηθοποιών καταδεικνύονται τα προβλήματα της έλλειψης βάσεων, ριζών σε ένα τόπο, θέμα στο οποίο η ομάδα Merchant-Ivory-Jhabvala θα επανέλθει και σε άλλα έργα της και θα αποτελέσει το μεγάλο δίλημμα των ηρώων της από την Lizzie Buckingham ως την Ruth Wilcox στο Howards End.  
  Ο Ivory χειρίστηκε με ευαισθησία το υλικό του και επέδειξε την ικανότητά του να συλλαμβάνει με το φακό τις λεπτές και ιδιαίτερες συναισθηματικές διαθέσεις και εναλλαγές των ηρώων του. Στο φιλμ είναι ευδιάκριτες οι επιρροές από τον Ray ή τον Jean Renoir. Η ταινία γνώρισε την αποδοχή των κριτικών και εμπορική επιτυχία(φέρνοντας τετραπλάσια κέρδη σε σχέση με το κόστος της), ενώ κέρδισε διακρίσεις στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

The Guru (1969)
Director: James Ivory.
Producer: Ismail Merchant.
Screenplay: Ruth Prawer Jhabvala and James Ivory.
Cast: Utpal Dutt (Ustad Zafar Khan, The guru), Michael York (Tom Pickle), Rita Tushingham (Jenny)

Η ταινία αυτή ήταν κατά κάποιο τρόπο το αντίθετο της προηγούμενης «Shakespeare Wallah». Ένας Βρετανός έρχεται στην Ινδία για να βρει This time it is the British who come to India for διαφώτιση για όλα τα καλλιτεχνικά θέματα και τις πηγές έμπνευσης, αντί για το αντίθετο. Ο Tom Pickle(Michael York) είναι ένας νεαρός pop star από την Αγγλία που έρχεται στην Ινδία για να μάθει να παίζει το σιτάρ (κάτι που μοιάζει εμ την πραγματική ιστορία του George Harrison, που στα τέλη της δεκαετίας του ’60 έγινε μαθητής του Ravi Shankar). Ο Pickle θα περάσει ένα σωρό περιπέτειες, με μεγαλύτερη τον θελλώδη καυγά με τον guru του καθώς δεν μπορεί να κατακτήσει την απαραίτητη πνευματική πραότητα που η σπουδή της ινδικής μουσικής απαιτεί. Στο τέλος επιστρέφει στην Αγγλία συνοδευόμενος από μια νεαρή αγγλίδα(Rita Tushingham) την οποία γνώρισε στη διάρκεια του ταξιδιού του.
Η ταινία αφού γύρισε σε αρκετά γραφείο μεγάλων studio πήρε χρηματοδότηση από την Twentieth Century Fox. Ωστόσο, ήταν ένα μάλλον καταδικασμένο project. Η πλοκή δεν ήταν επαρκώς ανεπτυγμένη, η σκηνοθεσία και η παραγωγή (Ivory-Merchant) δεν ήταν κακές, η ερμηνεία του York ήταν μάλλον αδιάφορη, ενώ η Tushingham έκανε ότι μπορούσε αν και ο χαρακτήρας της ήταν ανεπαρκώς ανεπτυγμένος. Τα μαγευτικά τοπία της Ινδία και η εξαιρετική μουσική του σιτάρ ήταν από τα δυνατά σημεία της ταινίας.

Bombay Talkie (1970)
Director: James Ivory
Producer: Ismail Merchant
Screenplay: Ruth Prawer Jhabvala and James Ivory
Cast: Shashi Kapoor (Vikram), Jennifer Kendal (Lucia Lane), Zia Mohyeddin (Hari),
India, 110 Minutes

Η Lucia Lane (Jennifer Kendal), μια Αγγλίδα συγγραφέας ταξιδεύει στην Βομβάη για να κάνει έρευνα για το Bollywood για το επόμενο βιβλίο της. Εκεί γνωρίζεται με τον ηθοποιό Vikram (Shashi Kapoor) και τον σεναριογράφο Hari (Zia Mohyeddin). Ο Vikram, που είναι ήδη παντρεμένος, ερωτεύεται την Lucia και δημιουργεί έναν ερωτικό δεσμό μαζί της. Ο δεσμός τους θα προκαλέσει τη ζήλια και την έχθρα ανάμεσα στους δύο άλλοτε φίλους αλλά τώρα αντίζηλους. Η Lucia θα αναζητήσει την καθοδήγηση ενός guru (Pincho Kapoor) αλλά δεν θα καταφέρει να αψηφήσει το πάθος και να διαλέξει  την ασκητική ζωή. Επιστρέφει λοιπόν στον Vikram και τα ερωτικά τρίγωνα αρχίζουν να καταρρέουν οδηγώντας τους χαρακτήρες στην απόγνωση και την πλοκή σε μια αναπάντεχη λύση.
Η ταινία κινηματογραφήθηκε αποκλειστικά στην Βομβάη και αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φιλμ της Merchant Ivory, εν μέρει ένα ψυχολογικό δράμα, εν μέρει ένας παρωδιακός φόρος τιμής στα ινδικά φιλμ στα τέλη του
΄60 και τις αρχές του ΄70.


Savages (1972) ΗΠΑ (106 λεπτά).
Director: James Ivory
Producer: Ismail Merchant
Screenplay: George Swift Trow and Michael O'Donoghue, based on an idea by James Ivory
Song: "Savages" by Michael O'Donoghue, George Swift Trow, sung by Bobby Short
Cast: Lewis J. Stadlen (Julian Branch, a songwriter), Anne Francine (Carlotta, a hostess), Thayer David (Otto Nurder, a capitalist)

 Η ταινία ξεκινά με μια ομάδα ανθρώπων του δάσους που ζουν κυνηγώντας, μαζεύοντας καρπούς και ακολουθώντας περίεργα και ηδυπαθή  έθιμα. Κάποια στιγμή στη μέση του δάσους του πέφτει μια μπάλα του κροκέ, μια τέλεια σφαίρα, άγνωστη μέχρι τότε στους «άγριους», πέφτει σαν το μήλο που πέφτει από το απαγορευμένο δέντρο. Η φυλή ακολουθώντας την πορεία της σφαίρας φτάνει σε μια πλούσια αλλά εγκαταλελειμμένη έπαυλη. Και ενώ το φιλμ μέχρι αυτό το σημείο ήταν γυρισμένο σε άσπρο και μαύρο, γίνεται στο εξής έγχρωμο καθώς οι «άγριοι» υιοθετούν την κουλτούρα και τον πολιτισμό μέσα σε μόλις 24 ώρες. Καθώς περνούν γρήγορα τα στάδια της εξέλιξης από την εποχή του λίθου στην εποχή της Jazz οι «άγριοι» αλλάζουν τις τελετουργικές τους μάσκες για τα βραδινά φορέματα της δεκαετίας του 20  και του 30 και κάθονται σε ένα από αυτά, που θα αποτελέσουν χαρακτηριστικό πλέον των παραγωγών της Merchant – Ivory, τα δείπνα όπου οι καλεσμένοι ανταλλάσσουν φιλοφρονήσεις και δηλητήριο.
Το φιλμ είναι μια αλληγορία πάνω στη φύση του σύγχρονου πολιτισμού, αλλά παράλληλα σηματοδοτεί το οριστικό κλείσιμο της πρώτης περιόδου του Ivory.
Η ταινία έλαβε ανάμεικτες κριτικές, σαφώς καλύτερες από τις κριτικές που δέχτηκε για το επόμενο έργο του το «The Wild Party»

The Europeans 1979/U.S., 89 Minutes
Director: James Ivory.
Producer: Ismail Merchant.
Screenplay: Ruth Prawer Jhabvala, based on the novel by Henry James.
Cast: Lee Remick (Eugenia, Baroness Muenster), Robin Ellis (Robert Acton), Tim Woodward (Felix), Wesley Addy (Mr. Wentworth), Lisa Eichhorn (Gertrude Wentworth)

Η πρώτη από τις τρεις ταινίες που στηρίζονται σε διασκευές βιωλίων του Henry James (The Bostonians 1984, The Golden Bowl).
Πραγματεύεται την ιστορία της συνάντησης μιας οικογένειας της Νέας Αγγλίας με τους Ευρωπαίους συγγενείς τους κατά την προ-εμφυλίου περίοδο. Οι ευρωπαίοι συγγενείς είναι ουσιαστικά ξένοι που με τους εκλεπτυσμένους τρόπους τους θαμπώνουν ορισμένα μέλη της οικογένειας ή σκανδαλίζουν κάποια άλλα.
Η Βαρώνη Eugenia Muenster (Lee Remick) φτάνει μαζί με τον καλλιεργημένο και κομψευόμενο αδελφό της Felix (Tim Woodward) για μια επίσκεψη στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού στα ξαδέρφια της, τους Wentworths. Ο μποέμ Felix αμέσως αποκτά τη συμπάθεια της Gertrude Wentworth (Lisa Eichhorn), την αθώα «επαναστάτρια» του James, που φλερτάρεται από τον τίμιο αλλά βαρετό Mr. Brand (Norman Snow). Το ενδιαφέρον της Eugenia τραβάς ο Robert Acton (Robin Ellis), ο οποίος όμως διχάζεται ανάμεσα στην  συμπάθειά του για τη Βαρόνη και την αμφισβήτηση του ευρωπαϊκού της «αέρα».
Οι συγκρούσεις και οι επιπλοκές που δημιουργούνται στα σπίτια των Wentworth και των  Acton αποδίδουν την αντίληψη του James για την Αμερική που προσπαθεί να διατηρήσει την αθωότητά της απωθώντας τις ευρωπαϊκές επιρροές. Οι χαρακτήρες πρέπει με κάποιον τρόπο να διαμορφώσουν σχέσεις και ταυτότητα κάπου ανάμεσα στη θλιβερή νηφαλιότητα του πουριτανικού ασκητισμού, και τον αντιλαμβανόμενο αμοραλισμό ή την απερίφραστη ανηθικότητα στην οποία έχει συρθεί η ήπειρος.

Το σενάριο της Ruth Prawer Jhabvala, που ποτέ δεν πρόδωσε το πνεύμα ή τις κοινωνικές ευαισθησίες του James, έδωσε ώθηση στις ερμηνείες με κυριότερη αυτή της Remick, η οποία κέρδισε ευρύτατη αναγνώριση για το ρόλο της μιας και κατάφερε να κερδίσει τη συμπάθεια για τον περίπλοκο χαρακτήρα της Eugenia. Οι εικόνες του Ivory δίνουν την αίσθηση της λυρικής απλότητας τόσο στους εσωτερικούς χώρους της Νέα Αγγλίας, όσο και κυρίως στους εξωτερικούς, όπου καταφέρνει να συλλάβει την ιδέα του James για το αμφίσημο θαύμα του Νέου Κόσμου. Ο εξόριστος συγγραφέας των «Ευρωπαίων» εντυπωσιάστηκε από τα τοπία της Νέας Αγγλίας τόσο ώστε να τα ονομάσει «Αρκαδικά» και «ειδυλλιακά», όσο και για να τα χαρακτηρίσει «άδεια» και «κενά».
Το σκηνικό της ταινίας τοποθετημένο ανάμεσα στις κόκκινες και πορτοκαλί αποχρώσεις του φθινοπώρου της Νέας Αγγλίας μας δίνει την αίσθηση ενός μέρους που ανήκει στην Εδέμ αλλά παράλληλα είναι άπιαστο, ένας κόσμος σε μεταβολή με τους ανθρώπους να περιμένουν κάτι.

Quartet (1981)
Director: James Ivory
Producer: Ismail Merchant, Jean-Pierre Mahot de la Querantonnais
Screenplay: Ruth Prawer Jhabvala, based on the novel by Jean Rhys
Cast: Isabelle Adjani (Marya Zelli), Anthony Higgins (Stefan Zelli), Maggie Smith (Lois Heidler), Alan Bates (H. J. Heidler)

France, 101 Minutes
Τα σπουδαιότερα μυθιστορήματα του 20ου αιώνα περιλαμβάνουν κάποιες σκηνές από μεγάλα ξενοδοχεία, συμβολισμός των μεταναστευτικών και οικιστικών μεταβολών που συντελέστηκαν τον προηγούμενο αιώνα. Η ταινία Quartet ξεκινά με ένα μοντάζ των ξενοδοχείων της περιοχής του Montparnasse, μια ήρεμη εισαγωγή προτού ξεσπάσει η καταιγίδα των χαμένων ψυχών που διαμένουν μέσα σε αυτά.
Στηριγμένο σε ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα του Jean Rhys από το 1928, το «Quartet» παρουσιάζει την ιστορία ενός ερωτικού τετραγώνου ανάμεσα σε μια περίπλοκη κοπέλα από τις Δυτικές Ινδίες την Marya (Isabelle Adjani), τον σύζυγό της  Stefan (Anthony Higgins), έναν άγγλο πατρόνα της τέχνης με την εξαιρετική ικανότητα να χειρίζεται τους ανθρώπους, τον Heidler (Alan Bates), και την ζωγράφο σύζυγό του Lois (Maggie Smith). Η ταινία τοποθετείται στη χρυσή εποχή του Παρισιού του Χεμινγουέι με τα πολιτιστικά καφέ και την υπερβολική νυχτερινή ζωή, λάμψη και κουλτούρα· κι όμως κάτω από την καλογυαλισμένη, λουστραρισμένη επιφάνεια κρύβεται κάτι δυσοίωνο.
Η ταινία διερευνά την το κενό ανάμεσα στο «ευχάριστο», το εκλεπτυσμένο, ραφιναρισμένο και το «καλό», το αγαθόν, ανάμεσα στο «φαίνεσθαι» και το «είναι», την απόσταση που χωρίσει την εξωτερική φινέτσα από το εσωτερικό, εγγενές κακό Είναι χαρακτηριστική η σκηνή όπου η Lois μετά από ένα βίαιο επεισόδιο, ζητά από την Marya να μην το δημοσιοποιήσει· «Γι΄αυτό νοιάζεσαι όλο κι όλο;» αναρωτιέται έξαλλη η Marya, για αν δεχτεί την παγωμένη απάντηση της Lois «Στην πραγματικότητα, ναι».
Η Adjani κέρδισε βραβείο στις Κάννες για την ερμηνεία της, ενώ η Smith έλαμψε σε έναν από τους πιο αξιομνημόνευτους ρόλους της καριέρας της.

Το σενάριο της Ruth Prawer Jhabvala και του  James Ivory χρησιμοποιεί το βιβλίου του Rhys σαν βάση για αν χτίσει έναν κόσμο που είναι και γνήσιος, σύμφωνος με το βιβλίο, αλλά έχει και μια δική του ξεχωριστή οντότητα, σκιαγραφώντας μια κοινωνία που έχει χάσει τις αναστολές της και άθελά της έχει χάσει και την ίδια την ψυχή της. Χάρις στην εξαιρετική φωτογραφία συλλαμβάνει κινηματογραφικές εικόνες που το μυθιστόρημα του  Rhys δε θα μπορούσε όπως η σκηνή όπου η Armelia McQueen, ενσαρκώνοντας μια μαύρη Αμερικανίδα τραγουδίστρια διασκεδάζει του Παριζιάνους με ένα μεγάλο και αδιάκριτο που δεν είναι ούτε jazz τραγούδι που δεν ούτε έξυπνο ούτε εκλεπτυσμένο. Ο Ivory εστιάζει την κάμερα στην τραγουδίστρια, υπάρχει κάτι  στο πλατύ χαμόγελό που κάνει τον κίνδυνο που ελλοχεύει κάτω από τους επιτηδευμένους τρόπους του Montparnasse να φαίνεται πιο άμεσο.
 
Heat and Dust (1983)
Director: James Ivory
Producer: Ismail Merchant
Screenplay: Ruth Prawer Jhabvala, based on her novel
Cast: (The 1920s: In the Civil Lines at Satipur) Christopher Cazenove (Douglas Rivers), Greta Scacchi (Olivia), Julian Glover (Mr. Crawford), Patrick Godfrey (Dr. Saunders), (At the Palace in Khatm) Shashi Kapoor (the Nawab), Madhur Jaffrey (the Begum), (The 1980s: in Satipur town) Julie Christie (Anne)
India, 130 Minutes

Με σενάριο διασκευασμένο από το βραβευμένο με Booker Prize ομώνυμο βιβλίο της Ruth Prawer Jhabvala το «Heat and Dust»(Κάψα και Σκόνη) είανι η ιστορία δύο γυναικών που έζησαν στην Ινδία με διαφορά 50 χρόνων.  Η Αν (Τζούλι Κρίστι) ταξιδεύει στην Ινδία για να διαλευκάνει ένα ερωτικό σκάνδαλο που ξέσπασε πριν 60 χρόνια μεταξύ της γιαγιάς της Ολίβια (Γκρέτα Σκάκι) και ενός Ινδού πρίγκιπα. Στα 1920, η Ολίβια έρχεται να ζήσει στην Ινδία με το σύζυγό της Ντάγκλας, διοικητικό υπάλληλο της τότε αποικίας. Σταδιακά γοητεύεται από την Ινδία αλλά και από ένα τοπικό ηγέτη που συνδυάζει την αγγλική διακριτικότητα και την ινδική λαμπρότητα και σκληρότητα. Το ερωτικό τους ειδύλλιο αναπτύσσεται εν μέσω κινδύνων καθώς η περιοχή λεηλατείται από μια συμμορία αιμοσταγών ληστών, ενώ ίντριγκες φέρνουν σε αντιπαράθεση την προκατειλημμένη Βρετανική κοινότητα, με τον Ινδό πρίγκιπα. Τότε η Ολίβια είχε μείνει έγκυος. Το ίδιο θα συμβεί και στην Αν, όταν σαγηνεμένη από την ομορφιά της αινιγματικής χώρας γνωρίζει ένα ταπεινό Ινδό υπηρέτη... Έτσι, η προσπάθειά της να ανακαλέσει μνήμες και να εξιχνιάσει το παρελθόν, γίνεται ένα ταξίδι ανακάλυψης του ίδιου της του εαυτού.
Μια ταινία που πλέκει με αριστοτεχνικό τρόπο δύο κόσμους -της ανατολής και της δύσης- με διαφορετικές κουλτούρες και ηθικές αξίες, αλλά και δυο εποχές της Ινδίας : τη γεμάτη παλμό σύγχρονη, και τη λαμπερή - μυστήρια παλιά.
Η Jhabvala γράφει στο βιβλίο της ότι για την Olivia, το να είναι στην Ινδία δεν ήταν μόνο σαν να ήταν σε ένα άλλο μέρος του κόσμου, αλλά σαν να βρισκόταν σε έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο, σε μια διαφορετική πραγματικότητα. Η λαμπρή ερμηνεία της Scacchi δεν παύει ποτέ να δηλώνει αυτό την έκπληξη για τον νέο κόσμο που βρίσκει η Olivia στην αποικία, ακόμα κι όταν αργότερα στην ταινία θα βρεθεί σε ένα απίθανο δίλημμα. Η χημεία στη σκηνή με τον Shashi Kapoor, που ενσαρκώνει τον πρίγκιπα, είναι εμφανής ήδη από την πρώτη τους ματιά. Στο σήμερα η ερμηνεία της Christie, ευαίσθητη και αληθινή στον στοχασμό του μυθιστορήματος της Jhabvala,    ενδύει με ζεστασιά και σπιρτάδα την Anne.
Η Ινδία του «Heat and Dust» ισορροπεί ανάμεσα στο οπτικό μεγαλείο  και τις λεπτέ ειρωνείες που χαρακτηρίζουν τη δουλειά του Ivory και της Jhabvala. Ο Merchant δεν ήταν φειδωλός στην παραγωγή, ωστόσο τα μεγαλειώδη εξωτερικά γυρίσματα αποτελούν το σκηνικό υπόβαθρο για την προσεκτική παρατήρηση της εσωτερική ζωής και δράσης των ηρώων. Ο σκηνοθέτης διατηρεί τη λυρικότητα των εικόνων που είχε επιδείξει στα πρώτα του έργα χώρα (The Householder, Shakespeare Wallah), καθώς και την μετέπειτα διεισδυτική ματιά στις σκηνές των κοινωνικών συναθροίσεων στα έργα του Henry James και του Jean Rhys (The Europeans, Quartet). Η μουσική του Richard Robbins αποτελεί ένα από τα καλύτερα  δείγματα της δουλειά του, επιστρατεύοντας κορυφαίους Ινδούς μουσικούς για τη διασκευή  ινδικών κλασσικών τραγουδιών και τραγουδιών της δεκαετίας του 1920. 


The Bostonians (1984)
Director: James Ivory
Producer: Ismail Merchant
Screenplay: Ruth Prawer Jhabvala, based on the novel by Henry James
Cast: Christopher Reeve (Basil Ransom), Vanessa Redgrave (Olive Chancellor), Madeleine Potter (Verena Tarrant), Jessica Tandy (Miss Birdseye), Nancy Marchand (Mrs.Burrage), Barbara Bryne (Mrs. Tarrant), Linda Hunt (Dr. Prance)
Διάρκεια: 117'
Παραγωγή:Αγγλία
, ΗΠΑ
Ο Ivory επιστρέφει το 1984 και πάλι στην Νέα Αγγλία, τοποθετώντας τη δράση της ταινίας του λίγο μετά τον εμφύλιο πόλεμο, αυτή τη φορά για να μας παρουσιάσει μια άλλη ιστορία του Herny James, την ιστορία της Olive Chancellor (Vanessa Redgrave), μια δυναμικής γυναίκας που ηγείται του τοπικού κινήματος των σουφραζετών. Η Olive ερωτεύεται την Verena Tarrant (Madeleine Potter), μια νεαρή γυναίκα που με τους λόγους της ξεσηκώνει τις άλλες γυναίκες για τους σκοπούς του κινήματος, και την υιοθετεί σαν προστατευόμενή της, φίλης της και συντροφιά της. Όταν όμως ο γοητευτικός και σωβινιστής μακρινός συγγενής της Olive Basil Ransom (Christopher Reeve), δικηγόρος από το νότο, ερωτεύεται τη Verenaκαι σκοπεύει να την παντρευτεί, σχεδιάζοντας για εκείνη μια μελλοντική ζωή μεταξύ της κουζίνας  και του βρεφικού δωματίου, οι δύο τους, η Olive και ο Ransom θα έρθουν σε σύγκρουση και θα διεκδικήσουν και οι δύο την αγάπη της Verena. Η χαρισματική δεσποινίς Tarrant θα πρέπει να διαλέξει την ασκητική ζωή της Olive, που είναι αφιερωμένη στον κοινωνικό της αγώνα ή να υποταχθεί στην ηδυπαθή ζωή της υποταγμένης συζύγου που τους υπόσχεται ο Ransom.
Η Jessica Tandy και η Linda Hunt συμπρωταγωνιστούν υποδυόμενες την Miss Birdseye και την Δρ Prance, δύο φανατικά ανεξάρτητες γυναίκες που εμπλέκονται τόσο στη σχέση της Verena με την μέντορά της όσο και στη σχέση της με τον Ransom. Τόσο το φλερτ όσο και οι σαπφικές φιλίες περιπλέκονται όταν εμφανίζεται η κυρία Burrage (Nancy Marchand), εξέχουσα προσωπικότητα της κοσμικής ζωής της Νέας Υόρκης η οποία βλέπει την Verena ως καλή νύφη για το γιο της.
Η σύλληψη του μυθιστορήματος από τον Henry James οφείλεται στην γοητεία που άσκησαν πάνω του το κίνημα και οι σκοποί των σουφραζετών καθώς και η απόλυτη αφοσίωση των γυναικών που εμπλέκονταν στο κίνημα. Το φιλμ καταφέρνει να συλλάβει την τεταμένη πολιτική ατμόσφαιρα, ειδικά σε σκηνές όπως οι λεκτικές αντιπαραθέσεις των διανοούμενων από το Harvard, τον εντυπωσιακό εορτασμό της 4ης Ιουλίου στο Cape Cod  και τις κατάμεστες αίθουσες διαλέξεων όπου η ρητορική ήταν κατά το ήμισυ πολιτική και κατά το ήμισυ θεόπνευστη.
Η Vanessa Redgrave κέρδισε μια υποψηφιότητα Oscar για το ρόλο της ως Olive Chancellor· είναι εκθαμβωτική, δίνει βάθος και συμπάθεια στο χαρακτήρα της Olive που συχνά και ο ίδιος ο Ivory απορούσε καθώς η Olive που είχε στο μυαλό του ήταν πολύ λιγότερο συμπαθής από τον χαρακτήρα που είχε δημιουργήσει η Redgrave και η Jhabvala. Ο Christopher Reeve, σε μια ερμηνεία που υποτιμήθηκε εξαιτίας της ευρείας αναγνώρισής του ως Superman, αναδεικνύει τον Ransom σαν αντάξια νέμεση για την Redgrave· η Jessica Tandy δίνει ζωή στον χαρακτήρα της Miss Birdseye (ενας χαρακτήρας με τον οποίο ο James κατηγορήθηκε ότι σατίριζε μια επιφανή γυναίκα της Νέας Αγγλίας) : κάνοντας το πορτραίτο ενός χαρακτήρα σχεδόν τόσο παλιού όσο και το ίδιο το αμερικανικό έθνος, η Tandy και ο Ivory περιέβαλαν την Miss Birdseye με την ανεπιτήδευτη αξιοπρέπεια της Νέας Αγγλίας που ο σκηνοθέτης εξερεύνησε στο “The Europeans” στο πρόσωπο της Mrs. Acton. Στους “The Bostonians”, ο Ivory διαμορφώνει μια ευρύτερη, περισσότερο συνειδητοποιημένη οπτική σχετικά με ένα έθνος που αναγνωρίζει τον εαυτό του μέσα από την τέχνη, τη λογοτεχνία, τη θρησκεία και την πολιτική.