Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

James Ivory, Επιλεγμένη Φιλμογραφία, Μέρος Β΄

A Room With a View (1986)
U.K., 117 minutes
Director: James Ivory
Producer: Ismail Merchant
Screenplay: Ruth Prawer Jhabvala, based on the novel by E.M. Forster
Cast: Maggie Smith (Charlotte Bartlett), Helena Bonham Carter (Lucy Honeychurch), Denholm Elliot (Mr. Emerson), Julian Sands (George Emerson), Daniel Day Lewis (Cecil Vyse), Simon Callow (Reverand Arthur Beebe), Judi Dench (Miss Eleanor Lavish)

Ο Τζέιμς Αϊβορι υπογράφει τη σκηνοθεσία της βραβευμένης ρομαντικής ταινίας «Δωμάτιο με θέα». Ο σκηνοθέτης μεταφέρει στην οθόνη τη νουβέλα του Ε. Μ. Φόρστερ και κερδίζει τρία Οσκαρ. Ο Αϊβορι με χιούμορ και κοινωνιολογική ματιά αναδεικνύει τον έρωτα ως κυρίαρχο συστατικό, όχι μόνον της Μεσογείου, αλλά και ως ανατρεπτική συνθήκη της συμβιβασμένης ζωής. 

Με επίκεντρο τη σεξουαλική αφύπνιση και επανάσταση της Λούσι, ο σκηνοθέτης μας δίνει το πλέγμα της σεξουαλικής και κοινωνικής ηθικής, γυμνώνοντας τόσο τη γοητεία, όσο και την υποκρισία της Αγγλίας των αρχών του αιώνα και φέρνοντάς τες σε αντίθεση με τη ζεστασιά και την απλότητα του μεσογειακού πάθους. Μια
εκπληκτική μελέτη κοινωνίας και χαρακτήρων που κέρδισε τρία Όσκαρ.

 Έχοντας σαν βάση το «Δωμάτιο με Θέα», το διάσημο και ελαφρύτερο μυθιστόρημά του E.M. Forster, εν έτει 1985, ο Ivory θα δημιουργήσει μία καλαίσθητη και ενδιαφέρουσα διασκευή και αποσπώντας σπουδαίες ερμηνείες από το σύνολο ενός πλούσιου καστ, που αποτελεί μια μία απ' τις καλύτερες δουλειές του -Αμερικανικής καταγωγής- σκηνοθέτη αλλά και μία απ' τις σημαντικότερες στιγμές του Βρετανικού κινηματογράφου.

Η ιστορία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κωμωδία καταστάσεων, γρήγορη και πνευματώδης με άψογο κωμικό συγχρονισμό. Παράλληλα όμως αποδίδει την ήρεμη μοναχικότητα των χαρακτήρων του  Forster και την ανάγκη για ανθρώπινη επαφή και σύνδεση σε έναν  κόσμο βυθισμένο στον καθωπρεπισμό και την αδιάλλακτη εθιμοτυπία.
Η σκηνοθεσία του Ivory αριστοτεχνική, ευαίσθητη και με παιχνιδιάρικη διάθεση μας παρασύρει για μια περιπέτεια στους κήπους της Φλωρεντίας και στα υπάιθρια πάρτυ της Αγγλίας.

Γυρισμένο στη Φλωρετνία και τη γύρω περιοχή με τις αξέχαστες σκηνές από την Piazza della Signoria και τις νωπογραφίες του Giotto στη  Santa Croce, το «Δωμάτιο με θέα» ανέδειξε πρωταγωνιστή όχι μόνο τους Bonham Carter, Day Lewis and Sands, αλλά και αυτά τα ίδια τα τοπία της Τοσκάνης με τη βοήθεια της φωτογραφίας του Tony Pierce - Roberts) και τις άριες του Puccini arias ερμηνευμένες από την Kiri Te Kanawa).

Το σενάριο της Ruth Prawer Jhabvala, που βραβεύτηκε με Οσκαρ, και στη διακσευή του οποίου πήρε μέρος και ο ίδιος ο Ivory,  εξακολουθεί να είναι ένα από τα καλύτερα διασκευασμένα λογοτεχνικά σενάρια που γράφτηκαν ποτέ για τον κινηματογράφο.

Η Helena Bonham-Carter στο κινηματογραφικό της ντεμπούτο εδώ(!) ενσαρκώνει ιδανικά την ηρωίδα του Φόρστερ, θαρρείς πως γεννήθηκε για να υποδυθεί την Lucy Honeychurch. Η Maggie Smith δίνει ακόμη μία μεγαλειώδη ερμηνεία, o Daniel Day-Lewis σε έναν "αγνώριστο" για εκείνον ρόλο, αφήνει και εδώ εκπληκτικά δείγματα των τεράστιων ερμηνευτικών ικανοτήτων του, η Judi Dench είναι υπέροχη στο ρόλο της απελευθερωμένης συγγραφέως. Πολλά πόνταρε ο Άιβορι στο καστ και σαφώς οι ερμηνείες αποτελούν το μεγάλο ατού του φιλμ.

Βραβεία και διακρίσεις:
Η ταινία κέρδισε τρία Όσκαρ (διασκευασμένου σεναρίου, σκηνογραφίας και κοστουμιών), ενώ ήταν υποψήφια για πέντε ακόμη: Καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, β΄ αντρικού ρόλου (Nτένχολμ Eλιοτ), β΄ γυναικείου ρόλου (Mάγκι Σμιθ) και φωτογραφίας.

Στην απονομή των βρετανικών BAFTA, η ταινία κέρδισε τέσσερα βραβεία: Kαλύτερης ταινίας, γυναικείου ρόλου (Mάγκι Σμιθ, η οποία κέρδισε και Xρυσή Σφαίρα β΄ ρόλου), β΄ γυναικείου ρόλου (Tζούντι Nτεντς) και καλλιτεχνικής διεύθυνσης.


Maurice (1987)
U.K., 135 Minutes
Director: James Ivory
Producer: Ismail Merchant
Screenplay: Kit Hesketh-Harvey and James Ivory
Cast: James Wilby (Maurice), Hugh Grant (Clive), Rupert Graves (Alec), Denholm Elliott (Dr. Barry), Simon Callow (Mr. Ducie), Billie Whitelaw (Mrs. Hall), Ben Kingsley (Lasker-Jones), Judy Parfitt (Mrs. Durham), Phoebe Nichols (Anne Durham), Mark Tandy (Risley)

Το 1987 ο Ivory επιστρέφει στον E.M. Forster με το «Maurice». Το βιβλίο του Forster, που περιλαμβάνει πολλά βιογραφικά στοιχεία, αν και είχε ήδη ολοκληρωθεί από το 1914, περίμενε έως το θάνατο του συγγραφέα το 1970 και δημοσιεύτηκε το 1971. Ωστόσο αγνοήθηκε από τους κριτικούς σχεδόν μέχρι την προβολή της ομώνυμης ταινίας του Ivory, οπότε και έτυχε της ανάλογης αναγνώρισης και κέρδισε τη θέση που του αξίζει. 
Το θέμα του περιστρέφεται γύρω από ένα θέμα που λίγα βιβλία της εποχής του και του είδους του καταπιάνονται : την ενηλικίωση ως ομοφυλόφιλου σε μια συντηρητική κοινωνία.   
 
Ο Μωρίς ένα συνηθισμένο απλό παιδί μεγαλώνει σε μια τυπικά μεσοαστική οικογένεια. Στο πανεπιστήμιο θα γνωρίσει έναν έξυπνο και  καλλιεργημένο φοιτητή τον Κλάιβ, τον οποίο ερωτεύεται. Αυτό θα τον φέρει σε αντίθεση με τον κόσμο που ως τότε ασπαζόταν. Μετά από τρία χρόνια ο Κλάιβ τον εγκαταλείπει στρεφόμενος προς τις γυναίκες. Απομένωντας μόνος ο Μωρίς ή θα καταστραφεί ή θα αναλάβει να ακολουθήσει την άγουσα προς την πλήρη συνειδητοποίηση της ζωής του. Η ταινία μιλάει για την αργή και επώδυνη συνειδητοποίηση ενός ανθρώπου ότι είναι ομοφυλόφιλος και συνεπώς απορρίπτεται από το κοινωνικό σύνολο. Είναι επίσης μια ιστορία προσωπικής απελευθέρωσης από τη συρρέουσα σκόνη των κοινωνικών συμβάσεων.

Ο Maurice (James Wilby) και ο Clive (Hugh Grant) είναι δύο φοιτητές του Cambridge που γνωρίζονται και ερωτεύονται σε ένα περιβάλλον όπου κυριαρχεί η υποκρισία και οι κρυφοί πόθοι, όπου η ομοφυλοφιλία, " the unspeakable vice of the Greeks", είναι απαγορευμένη, ακόμη και η απλή αναφορά της και η οποιαδήποτε φυσική επαφή ανάμεσα σε δύο άντρες είναι κολάσιμη. Μέσα σε αυτό το πλάισιο ο Maurice και ο Clive αγωνίζονται να φανούν συνεπείς τόσο με τα δικά τους αισθήματα όσο και με την καταπιεστική κοινωνία.

Το Maurice κινηματογραφήθηκε κυρίως στις αίθουσες και τα προαύλεια του King's College, στο Cambridge (συμπεριλαμβανομένων των εκθαμβωτικών εσωτερικών χώρων του Κολεγίου και το περίφημο Gothic Chapel), όπου και ο ίδιος ο Forster είχε φοιτήσει και αργότερα εργασθεί where Forster.

Ο Wilby, υπό την σκηνοθετική καθοδήγηση του Ivory, καταφέρνει να εμφυσήσει στον ομώνυμο χαρακτήρα της ταινίας μια ήρεμη ευαισθησία και μια υποβόσκουσα αίσθηση ματαιότητας, απόγνωσης ώστε να πλάσει το χαρακτήρα για τον οποίο ο Forster έγραψε «έχει ένα συστατικό που τον κάνει να απορεί, τον ξυπνά, τον βασανίζει και τελικά τον σώζει». Ο Grant ερμηνεύει τον  Clive με ένα μείγμα αδιέξοδης αλαζονίας και προσωπικής ευθραυστότητας που έλκει και σχεδόν καταστρέφει τον Maurice.

Ο Mark Tandy ενσαρκώνει τον γεμάτο εμπιστοσύνη στον εαυτό του Lord Risley, που η καταδίκη του εγκληματία «of the Oscar Wilde sort» θα αλλάξει την πορεία της ιστορίας. Οι Denholm Elliot, Simon Callow, and Ben Kingsley δίνουν δυνατές ερμηνείες ως άντρες που προσπαθούν να νουθετήσουν και να καθοδηγήσουν τον Maurice σε έναν συμβατικό γάμο και μια συμβατική ζωή.

Το φιλμ έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ της Βενετίας το 1987, όπου ο Ivory βραβεύθηκε με τον χρυσό Λέοντα ως καλύτερος σκηνοθέτης μαζί με τον  Ermanno Olmi. Οι James Wilby και Hugh Grant βραβεύτηκαν από κοινού  ως Καλύτεροι ηθοποιοί και ο Richard Robbins για τη μουσική, ένα λεπτό και πλούσιο ατμοσφαιρικό soundtrack που συμπληρώνει αρμονικά τις εικόνες.  

Βραβεία και διακρίσεις:
Διεθνές Φεστιβάλ Βενετίας (Venice Film Festival) 1987
-Βραβείο ερμηνείας στον James Wilby και Hugh Grant
-Ασημένιο Λιοντάρι για τη σκηνοθεσία (Best Director) στον James Ivory
 -Golden Osella πρωτότυπης μουσικής (Best Music) στον Richard Robbins

Academy Awards 1988
-1988 Nominated, Best Costume Design (Jenny Beavan, John Bright)

Slaves of New York (1989)
U.S., 124 Minutes
Director: James Ivory
Producers: Ismail Merchant and Gary Hendler
Screenplay: Tama Janowitz, based on her collection of stories
Cast: Bernadette Peters (Eleanor), Adam Coleman Howard (Stash), Chris Sarandon (Victor Okrent), Mary Beth Hurt (Ginger Booth), Madeleine Potter (Daria)

Μετά από δύο επιτυχημένες διασκευές έργων του E.M. Forster, η Merchant Ivory επανέρχεται το 1989 με το «Slaves of New York» με πρωταγωνίστρια την Bernadette Peters ως Eleanor, μια νεαρή σχεδιάστρια μόδας που ζει στο Lower East Side του Manhattan ανάμεσα σε γκαλερί και club-φορείς της κουλτούρας της Νέας Υόρκης την εποχή του Reagan.

Καθώς οι τιμές των ενοικίων αυξάνονται και οι avant-garde καλλιτέχνες διάγουν περίοδο «ισχνών αγελάδων», η Eleanor νιώθει παγιδευμένη στη σχέση της με τον σύντροφο και συγκάτοικό της Stash (Adam Coleman Howard), έναν άστατο καλλιτέχνη του οποίου η ιδιοσυγκρασία και οξυθυμία είναι περισσότερο κυρίαρχες και από το ίδιο το ταλέντο του. Αυτό που όμως είναι ανεκτίμητο στον Stash είναι το διαμέρισμα που κατέχει, και έτσι η ανέστια αλλά έμπειρη Eleanor υπομένει τις απιστίες του με την πλούσια θαυμάστριά του Daria (Madeleine Potter) καθώς εκείνη προσπαθεί να αναγνωριστεί ως καλλιτέχνης.

Βασισμένοι στην αιχμηρή πρόζα της Tama Janowitz ο σκηνοθέτης James Ivory και ο  κάμεραμαν Tony Pierce-Roberts χρησιμοποίησαν μια έντονη παλέτα χρωμάτων και φωτός για να παραστήσουν την Νέα Υόρκη ιδωμένη μέσα από τα μάτια νεαρών καλλιτεχνών. Ο κόσμος της avant-garde τέχνης είναι εδώ τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο : τεχνικές της χωρισμένης οθόνης που θυμίζουν Warhol (ο οποίος ενδιαφερόταν για την κινηματογράφηση τέτοιων ιστοριών) και η αδυσώπητη χρήση των βασικών χρωμάτων είναι το οπτικό ομόλογο του καλλιτεχνικού στυλ των χαρακτήρων και του καλλιτεχνικού ταπεραμέντου τους.

Η ταινία, που είχε θερμή υποδοχή από το ευρωπαϊκό κοινό, χαρακτηρίζεται για την προσεγμένη εκτέλεση του δημιουργικού μέρους της παραγωγής (production designer David Gropman) και των κουστουμιών (costume designer Carol Ramsey). Η Janowitz αποκαλούσε τους ήρωες στις ιστορίες της «μοντέρνους αγίους» και «πρώιμη Madonna», αυτό ίσως βοηθάει στην καλύτερη περιγραφή των τολμηρών και εξωφρενικών κουστουμιών που δημιούργησε η Ramsey για την Eleanor και τους φίλους της.

Αν και μεγάλο μέρος του κοινού ανέμενε ένα ακόμη 'frock film,' (μια ακόμη ταινία με ημίψηλα και φράκο), βρέθηκαν προ  εκπλήξεως από την ασυνήθιστη επιλογή του θέματος των Merchant και Ivory το 1989· ωστόσο η Eleanor ταιριάζει απόλυτα στο κόσμο των Merchant/Ivory ως ένας περιπλανώμενος χαρακτήρας σε λάθος μέρος – θέμα που έχουν πραγματευθεί πολλές φορές στα φιλμ τους- και ως μια νεαρή καλλιτέχνης της οποίας το ταλέντο διαφεντεύεται από έναν καπριτσιόζο άντρα καλλιτέχνη ( πρώιμος Francoise Gilot στο Surviving Picasso).

Mr. and Mrs. Bridge(1990)
U.S., 125 Minutes
Director: James Ivory
Producer: Ismail Merchant
Screenplay: Ruth Prawer Jhabvala from the novels Mrs. Bridge and Mr. Bridge by Evan S. Connell
Cast: Paul Newman (Walter Bridge), Joanne Woodward (India Bridge), Blythe Danner (Grace Barron), Simon Callow (Dr. Alex Sauer), Kyra Sedgwick (Ruth Bridge), Robert Sean Leonard (Douglas Bridge), Margaret Welsh (Caroline Bridge),

Οι Paul Newman και Joanne Woodward δίνουν τις ερμηνείες της ζωής τους σε αυτή τη διασκευή των δύο βιβλίων του Evan S. Connell, που η Ruth Prawer Jhabvala κατάφερε με ευαισθησία και σεβασμό να συνδυάσει σε ένα σενάριο.
Ο Walter και η India Bridge (Newman και Woodward) είναι ένα ζευγάρι Αμερικανών από τις μεσοδυτικές πολιτείες που προσπαθούν να συμβαδίσουν με τον κόσμο που αλλάζει γύρω του στην Αμερική του 1930. Ο κος Bridge, ένας γενναίος, αφοσιωμένος «πάτερ-φαμίλιας», διαφεντεύει ήρεμα  τα παιδιά του - Ruth (Kyra Sedgwick), Carolyn (Margaret Welsh), και Douglas (Robert Sean Leonard) – και τη σύζυγό του, που είναι γλυκιά και ευγενική, αλλά της λείπει η ανεξαρτησία ώστε να διαμορφώσει μια δική της ταυτότητα χωριστά από τον άντρα της. Καθώς η μουσική, τα ήθη και η πολιτική κατάσταση στο Κάνσας Σίτυ αλλάζουν, ο κος και η κα Bridge επιχειρούν να συμβαδίσουν με τις δραματικές κοινωνικές αλλαγές μέσα στην ίδια τους την οικογένεια : η Ruth θέλει να πάει στη Νέα Υόρκη και αν γίνει ηθοποιός· η Carolyn είναι αποφασισμένη να παντρευτεί έναν άντρα της που ο πατέρας της θεωρεί ακατάλληλο· κι ο Douglas νιώθει αμήχανα από τις περιποιήσεις της μητέρας του και την επιπλήττει για τις προσπάθειές της για οικειότητα.

Σε μια από τις αξιομνημόνευτες σκηνές της ταινίας, ο κος και η κα τρώνε στο country club της περιοχής τους ενώ ένας ανεμοστρόβιλος while a tornado σαρώνει το Κάνσας Σίτυ. Και ενώ όλοι οι άλλοι επισκέπτες εγκαταλείπουν για να βρουν καταφύγιο, ο κος Bridge επιμένει να μείνουν έως ότου τελειώσουν το φαγητό τους. Καθώς τα κρύσταλλα  θρυμματίζονται και ο κόσμος γύρω τους σαρώνεται, η κα Bridge το βούτυρο για το δείπνο του συζύγου της.

Οι Blythe Danner και Gale Garnett υποδύονται τους Grace Barron και Mabel Ong, δύο φίλες της κας Bridge που μοιάζουν να δίνουν σάρκα και οστά στην κωμική ανία της ζωής στα προάστια, ενώ κάτω από την επιφάνεια κρύβεται μια τραγωδία. Ο Simon Callow είναι ο Dr. Alex Sauer, ένας κοσμογυρισμένος ευρωπαίος ψυχίατρος που αντιπροσωπεύει την προοδευτική συμπεριφορά που ο κος Bridge χλευάζει. Η  Diane Kagan παίζει την Julia, τη γραμματέα του κου Bridge, που μένει απαρατήρητη στο περιθώριο μέχρι τη στιγμή που έρχεται στο προσκήνιο και λέει στον κο Bridge το μυστικό της.

«And we should die of that roar that lies on the other side of silence,» έγραφε ο  George Eliot στο Middlemarch, ένα από τα κορυφαία οικογενειακά δράματα του 19ου αιώνα. Ο Ivory και η Jhabvala φαίνεται ότι αναζητούν αυτό τον βρυχηθμό που σέρνεται κάτω από την διερεύνηση από τον Connell της Αμερικάνικης οικογενειακής ζωής : οι λακωνικές σιωπές του Newman και οι απορριπτέες προσπάθειες της Woodward για επικοινωνία με τον άντρα της και τα παιδιά της αποτελούν το τέλειο πορτραίτο εκείνων των πραγμάτων που δεν λέγονται, και της απόγνωσης που κρύβεται σε έναν ήσυχο βράδυ στο σπίτι στα προάστια. Η τελική σκηνή με την Woodward στα καλυτέρα της, μας δίνει μια από τις πιο τρυφερές και μαζί τρομακτικές εικόνες στην καριέρα του Ivory.

Κινηματογραφημένο στο Kansas City και στο Παρίσι, η ταινία είχε θερμή υποδοχή στο box office και έλαβε διθυραμβικές κριτικές. ΟΙ New York Times έγραψαν ότι wrote οι ρόλοι των Newman και Woodward αποτελούσαν «του πιο ριψοκίνδυνους και αυστηρούς της καριέρας τους». Η Woodward κέρδισε μια υποψηφιότητα για Oscar και το βραβείο των κριτικών της Νέας Υόρκης για την ερμηνεία της : η κα  Bridge που ενσάρκωσε έμοιαζε με την Αμερικανίδα κα Dalloway, γεμάτη ζεστά χαμόγελα στις καθημερινές της ασχολίες, αλλά ποτισμένη με ένα βαθύ αίσθημα αποτυχίας του συζύγου της να καταλάβει.

Η ιδέα για μια κινηματογραφική μεταφορά του έργου του Connell στριφογύριζε στο μυαλό του Ivory ήδη από το 1963. Όταν το 1987 μοιράστηκε με την Joanne Woodward, η οποία προσπαθούσε για μια τηλεοπτικά μεταφορά του ενός από τα δύο βιβλίου, κατάφερε με ευκολία να πείσει τους Newmans για να προχωρήσουν στην κινηματογραφική μεταφορά.

Το δύσκολο κομμάτι όπως ο ίδιος ο σκηνοθέτης εξομολογείται ήταν να διδάξουν τους νέους τους τρόπους σκέψης και δράσης εκείνης της εποχής· τόσο οι Newman όσο και ο ίδιος ανήκαν πιο κοντά στη γενιά εκείνη που χρησιμοποιούσαν πολλά από τα αντικείμενα της καθημερινής ζωής των Bridges, τους ήταν πιο εύκολο να ταυτιστούν με την εποχή και τους χαρακτήρες. Και τελικά σύμφωνα με το σκηνοθέτη εκεί βρίσκεται και η ουσία του φιλμ : πως γίνονται, ή πρέπει να γίνονται, τα πράγματα χωρίς να τίθενται ερωτήσεις, είτε πρόκειται για πρακτικά είτε για ηθικά ζητήματα της ζωής, πράγμα που για Αμερικανούς σαν τους Bridges, τείνει να είναι το ίδιο και το αυτό.
    
Howards End (1992)
/U.K., 143 Minutes
Director: James Ivory
Producer: Ismail Merchant
Screenplay: Ruth Prawer Jhabvala, based on the novel by E. M. Forster
Cast: Anthony Hopkins (Henry Wilcox), Vanessa Redgrave (Ruth Wilcox), Emma Thompson (Margaret Schlegel), Helena Bonham Carter (Helen Schlegel), Samuel West (Leonard Bast), James Wilby (Charles Wilcox),

Βασισμένο στο μυθιστόρημα του 1910 του E.M. Forster το Howards End είναι το εξαίρετο πορταίτο μιας μεταβαλλόμενης κοινωνίας. Η ταινία χαρακτηρίστηκε Καλυτερη ταινία της χρονιάς 1992 από το Εθνικό Επιτροπή Κριτικών και έλαβε 9 υποψηφιότητες για Οσκαρ, μεταξύ των οποίων και αυτή για την Καλύτερη ταινία, και απετέλεσε μια από τις ταινίες με τη μεγαλύτερη κρτιτική αποδοχή της δεκαετείας του 1990.

Οι ανεξάρτητες και φιλελεύθερες αδελφές Schlegel, η Margaret (την οποία υποδύεται η Emma Thompson, η οποία κέρδισε έναν όσκαρ για την ερμηνεία της) και η Helen (την υποδύεται η Helena Bonham Carter), εμπλέκονται σε μια σχέση με τους Wilcoxes, μια πλούσια συντηρητική οικογένεια εμπόρων· και τους Basts, ένα ζευγάρι κοντά στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα της εουδαρδινής κοινωνίας. Καθώς οι σχέσεις και οι συνακόλουθες υποχρεώσεις βαθαίνουν και επαναπροσδιορίζονται, η Margaret πρέπει να συμφιλιωσεί το αδούλωτο και ανεξάρτητο πνεύμα της με την επιθυμία της για συντροφικότητας, και η Helen πρέπει να συμβιβαστεί με τις επιλογές της αδελφής της και το απροσδόκητο πάθος της για ένα συνταίριασμα, που προφανώς δεν θα έπρεπε ποτέ να γίνει.

Σε μια λαμπρή ερμηνεία η Vanessa Redgrave ενσαρκώνει την κα Wilcox, μια μητριαρχική μορφή που μένει προσκολλημένη σε μια εικόνα που ξεφτίζει, αυτή της Αγγλίας στο εξοχικό σπίτι των παιδικών της χρόνων, το Howards End. Ο σύζυγός της, Henry Wilcox (Anthony Hopkins), είναι ένας άκαμπτος συντηρητικός που πρέπει όμως να αντιμετωπίσει το ίδιο του το παρελθόν αλλά και τον κόσμο που αλλάζει γύρω του. Ο Samuel West εμφυσά μια βέβαιη ευαισθησία στο χαρακτήρα του Leonard Bast, του οποίου οι φιλοδοξίες είναι ανώτερες από ότι θα ταίριαζε στην τάξη του, και τελικά συνθλίβονται.
Γυρισμένο στην Αγγλία, από την εξοχή του Hertfordshire ως τις οικίες του East End του Λονδίνου, το Howards End κέρδισε ένα όσκαρ για την σκηνογραφία για την αναπαράσταση του κόσμου του Forster και των συγχρόνων του από την Luciana Arrighi. Η Ruth Prawer Jhabvala κέρδισε το δεύτερο χρυσό αγαλματίδιο της για τη διασκευή του βιβλίου, η οποία καταφέρνει να συλλάβει και το πνεύμα των σαλονιών του Bloomsbury αλλά και την εσωτερικότητα των έργων του Forster.

Η αξέχαστη μεταφορά από τον Ivory των θεμάτων του Forster σε εντυπωσιακές εικόνες(όπως ο περίπατος της κας Wilcox γύρω από το σπίτι των παιδικών της χρόνων ή οι ηλιόλουστες φαντασιώσεις του Leonard Bast πίσω από το γραφείο του στην ασφαλιστική εταιρεία), και οι εξαιρετικές ερμηνείες από ένα άψογο αγγλικό καστ καθιστούν το Howards End μια από τις πιο συγκινητικές και άρτιες ταινίες.